Μια ασύμπτωτη σχέση, αγορά και κριτικές κοινωνικές επιστήμες (avgi.gr)

Γιώργος Σουβλής*

«Συνιστά έναν από τους άγραφους και κατά κανόνα άρρητους κοινούς τόπους που εδράζονται στις καταβολές της σύγχρονης ακαδημαϊκής πολιτικής πως τα διάφορα πανεπιστήμια είναι ανταγωνιστές για την διακίνηση της εμπορεύσιμης διδασκαλίας, εν πολλοίς με τον ίδιο τρόπο, που οι ανταγωνίστριες εταιρίες ανταγωνίζονται στο λιανικό εμπόριο για την πελατεία».1 Η προαναφερθείσα διαπίστωση η οποία επιμαρτυρά, μεταξύ άλλων, την διαπλοκή του πανεπιστημιακού θεσμού με την αγορά και την συνακόλουθη εργαλειοποίηση της εκπαιδευτικής και ερευνητικής παραγωγής παρόλο που φαίνεται, σε μια πρώτη ανάγνωση, να σχετίζεται με εξελίξεις των δύο τελευταίων δεκαετιών και δη στο χάρτη της ευρωπαϊκής ανώτατης εκπαίδευσης, στην πραγματικότητα αφορά την αμερικανική ακαδημία των αρχών του 20ου αιώνα. Πιο συγκεκριμένα, η παρατήρηση αυτή διατυπώθηκε από το αμερικανό κοινωνιολόγο Thorstein Veblen το 1918 και αποτυπώνει τις προσπάθειες που έγιναν ιστορικά εκ μέρους των τότε αμερικανικών οικονομικών ελίτ να θεμελιώσουν τον ιδεολογικό κρατικό μηχανισμό γύρω από τα πανεπιστήμια εναρμονίζοντας τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με τις λειτουργικές και οργανωτικές επιταγές μιας προηγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας.2 Συνεπώς, η παρατήρηση του Veblen αναφέρεται σε μια ιστορικά προσδιορισμένη διαδικασία η οποία δεν είναι σύγχρονη έχοντας τις χρονικές της καταβολές στα τέλη του προπερασμένου αιώνα....


Εν τούτοις, θα πρέπει να διευκρινιστεί πως το φαινόμενο της σύνδεση της γνώσης με τη σφαίρα της οικονομίας δεν εφαρμοζόταν καθολικά στην αμερικάνικη κοινωνία. Υποθέτουμε ότι η πρόθεση του αμερικάνου κοινωνιολόγου ήταν να δείξει την σημαίνουσα «τάση» που εμφάνιζε η αμερικάνικη αγορά να παρεμβαίνει ολοένα και περισσότερο σε ποικίλα ακαδημαϊκά ιδρύματα ούτως ώστε να οικειοποιείται και κατ’ επέκταση να ενσωματώνει κατά περίσταση τα αναγκαία για την αναπαραγωγή της «εμπορεύματα». Το γεγονός αυτό, βέβαια, δεν αναιρούσε την σχετική αυτονομία, ή με την τρέχουσα ορολογία «ευελιξία», που διατηρούσαν κάποια από τα ιδρύματα ως δημόσιοι χώροι έναντι της αγοράς, ιδιότητα αναγκαία για την κατοχύρωση της υπόσταση τους.

 

Ας περάσουμε όμως στη σύγχρονη Ελλάδα και ειδικότερα στους οραματισμούς της υπουργού Παιδείας Άννας Διαμαντοπούλου για «το νέο δημόσιο Πανεπιστήμιο, το νέο δημόσιο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα»3 που επιχειρεί να δημιουργήσει με βάση τον επικείμενο νόμο πλαίσιο. Η υπουργός, σε αντίστιξη με όσα αναφερθήκαν παραπάνω, αψηφά, ενσύνειδα ή ασύνειδα, την λογικής φύσεως διάκριση μεταξύ αναλυτικού και πραγματικού επιπέδου αναφορικά με την κατάσταση των ελληνικών Α.Ε.Ι· αρνείται, με άλλα λόγια, να αποδεχτεί ότι δεν υφίσταται ένα πανεπιστήμιο αλλά πολυποίκιλα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα που εξυπηρετούν τις πολύπλευρες ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Πολλά πανεπιστήμια από αυτά δεν είναι δυνατόν να συνδεθούν άμεσα με την αγορά εργασίας καθώς η φύση της γνώσης που παράγουν διακρίνεται από μια αυταξία που δεν ευθυγραμμίζεται αναγκαία με την εργαλειακή λογική που κυριαρχεί σε αυτήν.

 

Η παραγνώριση, της ετερογένειας που προσιδιάζει στην ακαδημαϊκή γνώση και στα κριτήρια αυτής βάσει των διαιρέσεων που υπαγορεύουν τα γνωστικά αντικείμενα, per se οδηγεί την κ. υπουργό σε ολοποιητικές κρίσεις σχετικά με την επιτακτιτότητα της μετατροπής «του πανεπιστημίου» σε φορέα παραγωγής, σε παραγωγικό κεφάλαιο, δηλώνοντας, έτσι, απογοητευμένη για τον τωρινό του προσανατολισμό που συντελεί έτσι ώστε η «χώρα μας να είναι 5η όσον αφορά στο ποσοστό χρηματοδότησης ως ποσοστό του ΑΕΠ για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και να είναι 24η όσον αφορά στην απόδοση αυτών των επενδύσεων».4 Ο υλικός αντίκτυπος των νέων στοχοθεσιών για την αλλαγή του χαρακτήρα των Α.Ε.Ι αποκρυσταλλώνεται εναργέστερα στην ριζική αναδιάρθρωση του τρόπου χρηματοδότησης των ερευνητικών προγραμμάτων σε γνωστικά πεδία, πλέον, που θα παράγουν συγκεκριμένα αποτελέσματα για την παραγωγή και την οικονομίας της χώρας. Τα δημόσια κονδύλια του Υπουργείου Παιδείας για την έρευνα θα κατευθύνονται στο εξής, με απόφαση της Υπουργού, στους πέντε παρακάτω τομείς: της αγροβιοτεχνολογίας, της πράσινης ανάπτυξης και ενέργειας, της πληροφορικής και τεχνολογίας, των χημικών προϊόντων και της ιατρικής, γεγονός που θα επιτρέψει να συνδεθούν «τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας με τους στόχους και τις ανάγκες της».5

 

Ένα ερώτημα το οποίο εγείρεται σε σχέση με τις υπουργικές αναγγελίες έχει να κάνει με το ανέγγυο μέλλον εκείνων των επιστημών που δεν είναι εφικτό να κυκλοφορήσουν στην αγορά την γνώση που παράγουν· στο μέτρο που αφενός διακόπτονται τα πενιχρά κρατικά κονδύλια που έως τώρα τους αναλογούσαν για την παραγωγή της βασικής τους έρευνας και αφετέρου διότι οι ίδιες αδυνατούν λόγω του χαρακτήρα των ίδιων τους των αντικειμένων να ταυτιστούν με την συλλογιστική της άμεσης και μετρήσιμης «χρήσης» και της «εφαρμοσμένης γνώσης» άρα και να εκμαιεύσουν, ανεπαχθώς και ακηδεμόνευτα, μορφές χρηματοδότησης από τον ιδιωτικό τομέα που θα συνέβαλαν στην αναπαραγωγή τους. Ωστόσο, η προβληματική του άρθρου δεν θα επεκταθεί στο σύνολο των γνωστικών κλάδων που πλήττονται από την ανακύπτουσα κρίση της υψηλής εξειδίκευσης και της βασικής έρευνας αλλά θα εστιάσει ιδιαίτερα στο χώρο των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών που αποτελεί ένα θεμελιώδες τμήμα του.

 

Ο γενικός όρος «ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες» είναι παραπλανητικός αφού αποσιώπα μια σειρά ουσιωδών διαφοροποιήσεων που ενέχονται στο σκληρό τους πυρήνα και οι οποίες, ως εκ τούτου, λειτουργούν ως προσδιοριστικά στοιχεία της ίδιας τους της ταυτότητας. Μια κρίσιμη ασυμφωνία, χρήσιμη για την παρούσα ανάλυση, συνίσταται στο ότι κάποια από αυτά τα παραδείγματα υιοθετούν κριτικό προσανατολισμό στις εξηγήσεις των κοινωνικών φαινομένων που επιδιώκουν να ερμηνεύσουν θεωρώντας ότι η στάση αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου να αποκτήσουν οι κοινωνικές επιστήμες δυνητικά χειραφετητικό χαρακτήρα ενώ άλλα, αντιθέτως, εμμένουν, με τις αφηγήσεις που κατασκευάζουν, να παράγουν νομιμοποιητικές θεωρήσεις σε σχέση με τις ποικίλες σχέσεις εξουσίας που απαντώνται κοινωνικά προπαγανδίζοντας υπέρ της υπεριστορικής τους υπόστασης.

Η δεύτερη εκδοχή, αν και ανοίκεια ως προς την σημερινή τους εικόνα, ήταν κυρίαρχη την περίοδο της θεσμοθέτησής τους, κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, όποτε και χρηματοδοτήθηκαν, λόγω της αναγκαιότητας τους, από τα νεοσυσταθέντα εθνικά κράτη για την οργάνωση της εθνικής τους κουλτούρας. Η εδραίωση της ριζοσπαστικής τους λειτουργίας εντός του πανεπιστημιακού θεσμού, από την άλλη, είναι αρκετά πιο πρόσφατη και συντελέστηκε στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ως απότοκο της αλληλοτροφοδοτούμενης διαδικασίας της μαζικοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης που έλαβε χώρα την ίδια περίπου χρονική περίοδο και των νέων κοινωνικών αιτημάτων που τέθηκαν από τα κινήματα αμφισβήτησης των “sixties”.6 Η καθιέρωση, δηλαδή, θεωρητικών «ρευμάτων» όπως η φαινομενολογία, η εθνομεθοδολογία, ο στρουκτουραλισμός, ο μαρξισμός, ο φεμινισμός και η ωσμωσή τους με τα διάφορα πεδία των κοινωνικών επιστημών (κοινωνιολογία, οικονομική επιστήμη, φιλοσοφία, ιστορία), που προσέφερε νέες κριτικές νοηματοδοτήσεις και προβληματοθεσίες στο χώρο αυτό, «επιβλήθηκε» από τις ίδιες τις κοινωνικές εξελίξεις μεταφέροντας μάλιστα τη δυναμική τους στο σύνολο της επιστημονικής δραστηριότητας και πρωτίστως στον ίδιο τον πανεπιστημιακό θεσμό.7 Νέα γνωστικά αντικείμενα συγκροτούνται, νέα τμήματα δημιουργούνται στον δυτικό κόσμο, ως απόηχος της πυκνής σε «ετερόδοξες» ιδέες, συλλογικές δράσεις και κοινωνικές πρακτικές, δεκαετίας του 60’, οριοθετούμενα αυστηρά έναντι του ερωτήματος της εργαλειακής-επαγγελματικής χρήσης της παραγόμενης γνώσης.

Αναδιατυπώνοντας, λοιπόν, το επιχείρημα, πρόβλημα στην χρηματοδότηση –δεδομένων των αποφάσεων του Υπουργείου Παιδείας- θα αντιμετωπίσει εκείνο το τμήμα των κοινωνικών επιστημών που εκφέρεται, άμεσα η έμμεσα, ως κριτικός λόγος των στρεβλών όψεων της υφιστάμενης κοινωνικής πραγματικότητας. Η κριτική θεώρηση του κοινωνικού γίγνεσθαι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την real politic που εφαρμόζει η κυρία Διαμαντοπούλου στο τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης η οποία κατανοεί αποκλειστικά την γνώση ως ένα ακόμη οικονομικό μέγεθος που πρέπει να συμβάλει στην πολυπόθητη «ανάπτυξη» της χώρας στην τρέχουσα κρίσιμη ιστορική συγκυρία. Αυτού του είδους η πολιτική θέση απέναντι στις κριτικές κοινωνικές επιστήμες ως κοινωνικά μη χρήσιμες, άρα και μη αναγκαία χρηματοδοτούμενες από τον τακτικό κρατικό προϋπολογισμό, αντανακλά σε ένα βαθύτερο επίπεδο τον τρόπο με τον οποίο η υπουργός παιδείας οραματίζεται την ελληνική κοινωνία συνολικά· μια κοινωνία πειθαρχημένη στην «θεολογία» της οικονομικής προόδου χωρίς την δυνατότητα έλλογου κριτικού αναστοχασμού και, επομένως, υπέρβασης των αντινομιών που ματαιώνουν την ελευθερία της και την καθιστούν ετερόνομη οντότητα.

 

Ως προς τις συνεπαγωγές της, η απόσυρση του κράτους από την χρηματοδότηση των ανθρωπιστικών σπουδών θα αναγκάσει, σε δεύτερο χρόνο, τα αντίστοιχα πανεπιστημιακά τμήματα να αναζητήσουν πόρους εκτός της ακαδημίας. Στην προσπάθεια αυτή θα υποχρεωθούν να επιβάλλουν δίδακτρα καθώς δεν θα μπορέσουν να ανεύρουν πουθενά αλλού πιθανά έσοδα για τη συνέχιση της λειτουργίας τους. Το γεγονός της επιβολής διδάκτρων θα σηματοδοτήσει την βαθμιαία συρρικνώσή τους, την αλλοίωση του σημερινού τους χαρακτήρα από χώρους παραγωγής έρευνας σε σχολικού τύπου εκπαιδευτήρια, ή ακόμη και την οριστική κατάργησή τους. Σύνεπως, για να είναι η διατηρήση των τμήματων αυτών μια κατορθώσιμη πραγματικότητα θα πρέπει να συνεχίζει να ισχύει αμετάβλητος ο θετικός προσδιορισμός που παρέχεται με την διατύπωση της παραγράφου 5 του άρθρου 16 του ελληνικού Συντάγματος που ορίζει ρητά πως «Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση» στο βαθμό που το «καθεστώς του νομικού πρόσωπου δημοσιού δικαιού συναρτάται άμεσα με την πλήρη αυτονομία των ΑΕΙ».8

Για να διαπιστώσει κανείς το ότι οι προβλέψεις, σχετικά με την υποβάθμιση και την εν δυνάμει κατάργηση τμημάτων ανθρωπιστικών επιστημών που υιοθετούν κριτικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις, δεν συνιστούν κινδυνολογίες αλλά πιθανές εξελίξεις στα ελληνικά ακαδημαϊκά δρώμενα δεν έχει παρά να λάβει υπόψη του την δυσμενή κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει αντίστοιχα τμήματα στα πανεπιστήμια της Αγγλίας όπου στον τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει κατισχύσει η συλλογιστική της αγοράς. Τα παραδείγματα τμημάτων που έχουν παρακμάσει ή καταργηθεί και επικυρώνουν τον ισχυρισμό αυτό είναι αρκετά, εν τούτοις θα σταθώ σε δύο περιπτώσεις, που είναι ίσως οι πλέον αντιπροσωπευτικές αυτών των εξελίξεων.

 

Η πρώτη έχει να κάνει με το περίφημο Κέντρο Πολιτισμικών Σπουδών του Birmingham το οποίο λειτούργησε για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, μέχρι και την στιγμή της κατάργησης του το 2002, ως πρότυπο ερευνητικό κέντρο για την μελέτη των φαινομένων της υποκουλτούρας, της μαζικής κουλτούρας και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης υιοθετώντας κριτικές διεπιστημονικές προσεγγίσεις.9 Η δεύτερη σχετίζεται με το κλείσιμο τον περασμένο Απρίλιο του τμήματος φιλοσοφίας του Πανεπιστήμιου του Middlesex το οποίο είχε την ιδιαιτερότητα να μην εντάσσεται στο κυρίαρχο, για την αγγλική ακαδημαϊκή σκηνή, ρεύμα της αναλυτικής (θετικιστικής-εμπειριστικής) φιλοσοφίας, αλλά ασχολούταν κυρίως με φιλοσοφικά τεκταινόμενα της λεγόμενης ηπειρωτικής σχολής, δηλαδή, κυρίως με τη γαλλική και τη γερμανική σχολή. Οι δύο προρρηθέντες θεσμοί παρότι πληρούσαν όλα τα ακαδημαϊκά κριτήρια για την συνέχιση της λειτουργίας τους, αφού βρέθηκαν σε κάποιες από τις υψηλότερες θέσεις στην εθνική κλίμακα κατάταξης μετά από τις αξιολογήσεις στις οποίες υποβλήθηκαν, κάτι τέτοιο δεν κατέστη εφικτό για «οικονομικούς λόγους» μετά από αποφάσεις των διοικήσεων των συγκεκριμένων πανεπιστήμιων στα οποία ανήκαν.10

 

Η συγκυρία στην οποία βρίσκεται η ελληνική κοινωνία στην παρούσα χρονική στιγμή συνιστά αναμφισβήτηα μια περίοδο κρίσης, άρα και μετάβασης από το παλιό στο νέο, κατά την διάρκεια της οποίας εμφανίζονται, όπως έχει διαπιστώσει εύστοχα ο ιταλός διανοούμενος Antonio Gramsci, μια «σειρά νοσηρών συμπτώματων».11 Η αριστερά, μέσα και έξω από τα πανεπιστήμια, οφείλει να δώσει τη μάχη της για το δημόσιο πανεπιστήμιο της δημοκρατίας και του διαφωτισμού έτσι ώστε να αποτρέψει «νοσηρές» εξελίξεις όπως αυτές που περιγράφηκαν παραπάνω. Ειδικότερα δε για τις ανθρωπιστικές σπουδές οι οποίες με τα εννοιλογικά εργαλεία και τις επεξεργασίες που διαθέτουν μπορούν να μας βοηθήσουν, δυνάμει, να σκεφτούμε την υπερβάση του παρόντος προσαντολίζοντας το βλέμμα μας σε κάτι που τοποθετείται πέραν αυτής.

 

1 T. Veblen, The Higher Learning in America: A Memorandum on the Conduct of Universities by Businessmen, B.W. Huebsch, New York, 1918, σ. 89

 

2 C. Barrow, Universities and the Capitalist State, Corporate Liberalism and the Reconstruction of American Higher Education 1894-1928, The University of Wisconsin Press, Winsconsin, 1990, σ. 11

 

3 Υπουργείο Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, «Κείμενο διαβούλευσης για την Ανώτατη Εκπαίδευση, Το Δημόσιο Πανεπιστήμιο, Το Δημόσιο Τεχνολογικό Ίδρυμα, Αυτοδιοίκηση, λογοδοσία, ποιότητα, εσωστρέφεια», Ρέθυμνο, 2010

 

4 A. Διαμαντοπούλου, «Ομιλία, στη συνάντηση διαλόγου και εργασίας για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση στους Δελφούς», στην http://www.diamantopoulou.gr/beta/index.php?option=com_content&view=article&id=1624:100926-omiliastousdelfous, 2010

 

5 “Πέντε οι τομείς της έρευνας, που θα χρηματοδοτούνται”, Αγγελιοφόρος, στην http://www.agelioforos.gr/default.asp?pid=7&ct=1&artid=77573, 27/1/2011

 

6 S. Ortner, Anthropology and Social Theory: Culture, Power, and the Acting Subject, Duke University Press, Durham, North Carolina, 2006, σ. 17

 

7 Γ. Κουζέλης, «Πρόγραμμα Σπουδών και Ευρωπαϊκές Διαδικασίες», αδημοσίευτη ανακοίνωση, στην http://platon.cc.uoa.gr/~istweb/modx/files/static/IA.EKPA_conf_June2007_KOUZELIS.pdf, 2007

 

8 Γ. Κουζέλης, «Ιδιωτικά Πανεπιστήμια», αδημοσίευτη ανακοίνωση, στην http://glotta.ntua.gr/posdep/Dialogos/PublicUniv/2006-11-22_NOPE-Kouzelis.doc

 

9 Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ιστορία του Κέντρου βλ. N. Schulman, “Conditions of their Own Making: Α Intellectual History of the Centre for Contemporary Cultural Studies at the University of Birningham, στο Canadian Journal of Communication, vol. 18, No. 1, 1993

 

10 Για μια αναλυτικότερη παρουσίαση της κάθε περίπτωσης βλ. τα φύλλα της Guardian 27/6/2002 και 17/5/2010 αντίστοιχα

 

11. Gramsci, Selections from the Prison Notesbooks, μτφρ.- επιμ. Q. Hoare - G.N. Smith, International Publishers, New York, 1971, σ. 276

 

 

ΠΗΓΗ

 

 

Comments: 0 (Discussion closed)
    There are no comments yet.