Thu

16

Jun

2011

Η υποβάθμιση της διδασκαλίας της αρχιτεκτονικής (enet.gr)

Είναι γνωστό ότι η ιστορική Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ προσφάτως αναγκάστηκε, πρώτη φορά μετά από σαράντα χρόνια, να αναστείλει την εκπαιδευτική λειτουργία της.

 

Μερικά από τα προβλήματα που προκάλεσαν αυτή την ενέργεια είναι:...

* Η αναστολή διορισμού εκλεγμένων μελών ΔΕΠ.

 

* Η αναστολή πρόσληψης των επί συμβάσει διδασκόντων (Π.Δ. 407).

 

* Η αναστολή ισχύος του ειδικού Π.Δ. 123 με το οποίο εκλέγεται και εξελίσσεται το ΔΕΠ των συνθετικών μαθημάτων όλων των αρχιτεκτονικών και καλλιτεχνικών σχολών της χώρας, βάσει αναγνωρισμένης αξίας αρχιτεκτονικού και καλλιτεχνικού έργου, αντί της υποχρεωτικής κατοχής διδακτορικής διατριβής, όπως συμβαίνει και διεθνώς.

 

* Οι πολυάριθμες εθελούσιες έξοδοι λόγω των νέων συνθηκών συνταξιοδότησης, που έχουν μειώσει περίπου κατά 40% το διδακτικό δυναμικό, με αποτέλεσμα να μην μπορούν πια οι σχολές να επιτελέσουν το έργο τους, όπως μέχρι προσφάτως έπρατταν, έστω και υπό συνθήκες «μαύρης» (απλήρωτης) εργασίας.

 

Ειδικά η άρνηση του υπουργείου να ανανεώσει την ισχύ του Π.Δ. 123 δεν υπαγορεύεται από την ανάγκη περιστολής δαπανών εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, μια και το νομοθέτημα δεν συνεπάγεται από μόνο του πρόσθετο κόστος λόγω πρόσληψης νέων μελών ΔΕΠ.

 

Αντιθέτως, προκαλείται από τον οίστρο της «Μεγάλης Ιδέας» της ηγεσίας να «εκσυγχρονίσει» κατά την κρίση της αδιακρίτως τα πάντα (!). Ιδιαιτέρως το προφίλ του συνθέτη αρχιτέκτονα και καλλιτέχνη δασκάλου· και συνακόλουθα τον πυρήνα της Αρχιτεκτονικής -ως Επιστήμης και Τέχνης- και εκείνον αυτής καθεαυτήν της Τέχνης (!!).

 

Ετσι επιχειρεί να εξομοιώσει τα ειδικά κριτήρια εκλογής ΔΕΠ των συνθετικών με εκείνα των θεωρητικών κατευθύνσεων, απομακρύνοντας τη διδασκαλία της αρχιτεκτονικής και καλλιτεχνικής σύνθεσης από το φυσικό της «τρόπο» και χώρο, που είναι η (μετά πολλής σκέψεως) πρακτική εφαρμογή της στο σχεδιαστήριο και το εργαστήριο, οδηγώντας την σε μια ακατάσχετη θεωρητικολογία από έδρας.

 

Αποδεικνύεται έτσι πόσο ενοχλεί τις δομές εξουσίας που έχουν αναλάβει το βίαιο «υλιστικό εκσυγχρονισμό» μας, η ανυπάκουη (και γι' αυτό απρόβλεπτη) Τέχνη σε όλες της τις μορφές. Πρέπει και αυτή τώρα να «τακτοποιηθεί». Να γίνει (όπως και η διδασκαλία της) ελεγχόμενη, παραγωγική και ανταποδοτικά αξιοποιήσιμη, κατ' επιταγήν της «Νέας Τάξης» πραγμάτων.

 

Στο διάστημα της αναστολής της διδακτικής λειτουργίας της, η Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ συνέχισε να δραστηριοποιείται, πραγματοποιώντας ανακοινώσεις προς τον Τύπο, ανοιχτές συζητήσεις με το κοινό για τα προβλήματα της αρχιτεκτονικής διδασκαλίας και εκθέσεις του έργου εφαρμογής των φοιτητών και των φοιτητριών της.

 

Εκανε στην ουσία ανοιχτό μάθημα αρχιτεκτονικής προς τον κοινωνικό χώρο, για το πώς οι αρχιτέκτονες δάσκαλοι και δασκάλες αντιλαμβάνονται και εφαρμόζουν σε ιδεολογικό και πρακτικό επίπεδο τη διδασκαλία της αρχιτεκτονικής, συμφώνως προς τις πιο προωθημένες τοπικές και διεθνείς αντιλήψεις. Και τούτο αποτυπώθηκε καθαρά στα εξαιρετικά φοιτητικά έργα που εκτέθηκαν σε δημόσια κρίση.

 

Επιπλέον, οι παραπάνω (κατά το πλείστον άγνωστες στο ευρύ κοινό) θέσεις για προβλήματα αρχιτεκτονικής διδασκαλίας απέσπασαν την ομόθυμη συμπαράσταση του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, του Ελληνικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής και του Κέντρου Αρχιτεκτονικής Μεσογείου. Επίσης, καταγράφηκαν από τους εκπροσώπους του Τύπου (για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια) επανειλημμένα και με σαφήνεια στις στήλες τους. Τέλος, προκάλεσαν δύο σχετικές επερωτήσεις στη Βουλή.

 

Το υπουργείο παρέμεινε όλο αυτό το διάστημα τελείως αδιάφορο. Αδιάφορο παραμένει και απέναντι στην (από το φθινόπωρο του 2010 μέχρι σήμερα) προσπάθεια του πρύτανη και του προέδρου της Σχολής να συναντηθούν με την υπουργό Παιδείας, λες και αποτελούν «αντίπαλο δέος» για την πολιτεία.

 

Προ αυτής της απίστευτης κατάστασης, η συνέλευση της Σχολής, στη συνεδρίασή της στις 2/6/2011, ανέστειλε τη διακοπή της εκπαιδευτικής λειτουργίας της (δοκιμαστικά επί δύο εβδομάδες), ως ύστατο δείγμα υπευθυνότητας και καλής θέλησης. Ενώ ταυτοχρόνως συνεχίζει τις -ακόμη άκαρπες- προσπάθειές της για συνάντηση με την υπουργό.

 

Κατόπιν αυτών, αισθάνεται ότι με το σύνολο των ενεργειών της έχει κάνει μέχρι στιγμής ό,τι έπρεπε για να δημοσιοποιήσει το λειτουργικό της αδιέξοδο, αλλά και την ιδιομορφία, την ποιότητα και το αποτέλεσμα της διδασκαλίας της.

 

Τώρα πια, δεν μένει παρά να φανεί εάν, απέναντι στη στάση της αυτή, η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας θα παραμείνει εγκλωβισμένη στην εξουσιαστική υπεροψία και την «εκ θεού» παντογνωσία της. Ή θα θυμηθεί επιτέλους κάποιες πρώιμες διακηρύξεις περί «opengov», περί «ανοιχτού διαλόγου» και τα τοιαύτα.

 

* Ομότιμος καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

 

ΠΗΓΗ

 

 

Write a comment

Comments: 0