Έξι αγκάθια των αλλαγών στα ΑΕΙ (topontiki.gr)

Αντιδράσεις από πανεπιστημιακούς, κόμματα και νεολαίες

Ευρείες αντιδράσεις προκάλεσε το νομοσχέδιο για τις αλλαγές σε ΑΕΙ και ΤΕΙ, το οποίο δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη Τρί­τη με τον τίτλο «Οργάνωση Ανώτατης Εκπαίδευσης, Ανεξάρτητη Αρχή για τη Διασφάλιση και Πιστοποίηση της Ανώ­τατης Εκπαίδευσης» και ήδη εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο....

Κεντρικό ζήτημα, στο οποίο συγκλί­νουν όλες οι αντιδράσεις, αποτελεί το νέο μοντέλο διοίκησης, το λεγόμενο Συμβούλιο Διοίκησης, το οποίο στο νομοσχέδιο εμφανίζεται ως «Συμβούλιο του Ιδρύματος».

Δεδομένου ότι πρόκειται για ένα όργανο ουσιαστικά μη αιρετό, που συγκεντρώνει υπερεξουσίες έναντι όλων των άλλων, και άρα καθορίζει αποφασιστικά τη φυσιογνωμία του πανεπι­στημίου, προκαλεί τα γενικευμένα πυ­ρά από την αντιπολίτευση, τους πρυ­τάνεις, την ΠΟΣΔΕΠ, τους καθηγητές οι οποίοι υπήρξαν συνομιλητές της Δι­αμαντοπούλου, τους προέδρους των ΤΕΙ, το ειδικό κι εργαστηριακό προσω­πικό των ΑΕΙ, ακόμα και εσωκομματικά: ενστάσεις έχουν διατυπώσει τόσο βουλευτές του ΠΑΣΟΚ όσο και η ΠΑΣΠ ΑΕΙ και η ΠΑΣΠ ΤΕΙ.

Ωστόσο οι αντιδράσεις διαφοροποι­ούνται ποιοτικά: άλλοι υποστηρίζουν ότι το Συμβούλιο μπορεί να παραμεί­νει στο νομοσχέδιο, με ρόλο όμως ελε­γκτικό και συμβουλευτικό απέναντι στα εκλεγμένα όργανα διοίκησης που θα πρέπει να έχουν πρωταρχικό ρόλο (ΠΟΣΔΕΠ), και άλλοι κατηγορηματικά εκφράζουν τη θέση ότι το εν λόγω όρ­γανο ουσιαστικά συνιστά καθοριστικό πλήγμα στο δικαίωμα του πανεπιστημί­ου να αυτοδιοικείται.

Απορριπτέο

Στο μεταξύ, για μια σειρά άλλων ζη­τημάτων που καινοφανώς εισάγει το νομοσχέδιο (κατάργηση ασύλου, χρη­ματοδότηση, τριετή πτυχία, ίδρυση Α.Ε. που θα διαχειρίζονται τα περιουσιακά των ιδρυμάτων και θα αναζητούν πόρους κ.λπ.) οι αντιδράσεις ποικίλλουν, με ορισμένους να βλέπουν «θετικά ση­μεία» και περιθώρια «βελτίωσης». Άλ­λοι, όπως τα κόμματα της Αριστεράς, σημαντική μερίδα καθηγητών, διδα­σκόντων, φοιτητών και πρυτάνεων, θεωρούν ότι το νομοσχέδιο είναι απορρι­πτέο συνολικά, καθώς οδηγεί στη διάλυση του δημοκρατικού και δημόσιου χαρακτήρα του, επιβάλλοντας – ταχέ­ως, με την «ευκαιρία» της κρίσης – τα «νεοφιλελεύθερα» πρότυπα της Διακή­ρυξης της Μπολόνια και του ΟΟΣΑ, που προσδένουν το πανεπιστήμιο στο άρμα της αγοράς. Εξάλλου για πρώτη φορά όριζεται ως αποστολή των πανεπιστη­μίων να «ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και των επαγγελ­ματικών πεδίων, καθώς και στις ανα­πτυξιακές ανάγκες της χώρας».

Είναι ενδεικτικό ότι ακόμη κι επώ­νυμοι καθηγητές που τα προηγούμε­να χρόνια υποστήριξαν την κυρίαρχη μεταρρυθμιστική κατεύθυνση, σήμε­ρα σημειώνουν ότι «η κυβέρνηση έρχεται να επιβάλει ένα ολιγαρχικό και δεσποτικό μοντέλο διοίκησης και δια­χείρισης των πανεπιστημίων», το οποίο διακρίνεται από «μειωμένη δημοκρα­τική νομιμοποίηση των διοικητικών οργάνων», «επαναφορά της σκληρής ιεραρχίας της “έδρας”», «σύγχυση της εκπαίδευσης με την κατάρτιση», «μεί­ωση της έρευνας έναντι της διδασκαλίας». Όλα αυτά, υπογραμμίζουν, «οδη­γούν σε ένα μοντέλο “εκπαιδευτικών υπηρεσιών”, που δεν έχει αναλογία με την ακαδημαϊκή λειτουργία και αντι­στοιχία με τις κοινωνικές ανάγκες». Τα παραπάνω εκφράζουν καθηγητές όπως ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ο Αντώνης Λιάκος, ο Στέφανος Πεσμαζό-γλου, η Μαρία Ρεπούση, ο Ηλίας Νικο-λακόπουλος κ.ά.

 

Το νομοσχέδιο και τα σημεία τριβής

Ποια είναι τα βασικά αγκάθια του νομοσχεδίου.

1 Τα Συμβούλια Διοίκησης, λοιπόν, συγκε­ντρώνουν τα πυρά όλων, καθώς έχουν όλων των ειδών τις αρμοδιότητες: στρατηγι­κές, ακαδημαϊκές, εποπτικές, οικονομικές, διοικητικές. Σ’ αυτά λογοδοτούν οι πάντες, πλην όμως αυτά δεν λογοδοτούν στην πανεπιστημιακή κοινότητα. Αμέσως επόμενο σκαλί συγκέντρωσης εξουσιών αποτελεί ο πρύτα­νης, ο οποίος εκλέγεται έπειτα από διεθνή δι­αγωνισμό, κάτι που έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις. Όπως και το γεγονός ότι τα μισά σχεδόν μέλη του Συμβουλίου του Ιδρύματος (7 από τα 15) δεν ανήκουν στην οικεία πανε­πιστημιακή κοινότητα, αλλά είναι εξωτερικά (ιδιώτες, «προσωπικότητες» κ.ά). Μέσα σ’ όλα προβλέπεται η ανασύσταση της έδρας καθώς και δυνατότητα πρόσληψης καθηγητών «διε­θνούς» κύρους από το εξωτερικό. Όλα τα πα­ραπάνω, σύμφωνα με τους πιο οξείς επικριτές του νομοσχεδίου, συνιστούν κατάργηση της δημοκρατίας (απουσία αιρετών οργάνων, μη εκπροσώπηση του συνόλου της πανεπιστη­μιακής κοινότητας στα όργανα και τη λήψη αποφάσεων κ.λπ.) και του αυτοδιοίκητου των πανεπιστημίων. Ενισχύουν δε τη «συναλλαγή» με εξωπανεπιστημιακά συμφέροντα, την «αδι­αφάνεια», τον «κομματισμό» (Γ. Μυλόπουλος, πρύτανης ΑΠΘ).

2 Μεγάλο αγκάθι συνιστά και η χρηματοδό­τηση. Αυτή χορηγείται πλέον ύστερα από συμφωνία του κάθε ιδρύματος με το υπουρ­γείο (τετραετείς προγραμματικοί σχεδιασμοί) και κατόπιν των αποτελεσμάτων της αξιολόγη­σης, η οποία βασίζεται σε μια σειρά αγοραίων και όχι απαραίτητα ακαδημαϊκών κριτηρίων «αποδοτικότητας», «ανταγωνιστικότητας» κ.λπ. Πρυτάνεις και καθηγητές βλέπουν εδώ απουσία εγγυήσεων για τη χρηματοδότηση, ει­δικά για το πεδίο της ασθμαίνουσας έρευνας, ενώ η «ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας» για τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων των ιδρυμάτων και την αναζήτηση πόρων από την αγορά, χορηγούς κλπ. επιβεβαιώνει, σύμφωνα με πολλούς, προειδοποιήσεις για ώθη­ση των πανεπιστημίων στο κυνήγι των πόρων, λόγω μείωσης της κρατικής χρηματοδότησης – ήδη φέτος έχει τουλάχιστον υποδιπλασιαστεί, όπως επισημαίνεται αρμοδίως (ΠΟΣΔΕΠ, πρυτάνεις). Τα μέλη της πανεπιστημιακής κοι­νότητας αναρωτιούνται ανοιχτά ποια θα είναι στο εξής η ποιότητα της έρευνας όταν αυτή θα ετεροκαθορίζεται από το υπουργείο και τους παράγοντες της αγοράς.

3 Με βάση τα παραπάνω, εκδηλώνεται η καχυποψία για τη σταδιακή επιβολή διδά­κτρων – αν τα πανεπιστήμια δεν καταστεί δυ­νατόν να βρουν πόρους από την αγορά, όταν η προοπτική της κρίσης έχει ορίζοντα τουλάχι­στον δεκαετίας. Δίδακτρα προβλέπονται για με­ταπτυχιακά και διδακτορικά προγράμματα κα­θώς και για εκείνα της διά βίου μάθησης.

4 Την τάση απόσυρσης του υπουργείου από τη χρηματοδότηση υπονοεί, σύμφωνα με καθηγητές, και η πρόβλεψη για χορήγηση των συγγραμμάτων μόνο ηλεκτρονικά από το 2014, κάτι που εκλαμβάνεται ως κατάργηση του δωρεάν συγγράμματος (το κόστος εκτύπω­σης, π.χ., το αναλαμβάνει ο φοιτητής). Επίσης εγκατάλειψη της φοιτητικής μέριμνας (σίτηση, εστίες), σε μια συγκυρία που τα νοικοκυριά στε­νάζουν από τους φόρους και τις περικοπές και η στρόφιγγα της χρηματοδότησης κλείνει, θεω­ρείται ότι υποδηλώνει η δυνατότητα φοιτητικών δανείων από τράπεζες με εγγύηση του ελληνι­κού Δημοσίου.

5 Όσον αφορά τις σπουδές, αγκάθι αποτε­λούν ο διαχωρισμός των τριών κύκλων σπουδών και η αντιστοίχισή τους σε πιστωτικές μονάδες, και γενικά ο τρόπος που οι τελευταίες κατακερματίζουν την ενότητα των σπουδών και των επιστημονικών αντικειμένων, και βέβαια τα τριετή πτυχία. Όλα τα τα παραπάνω ωθούν, σύμφωνα με ορισμένη κριτική, σε εξατομικευ­μένα και υποβαθμισμένα στην αγορά εργασίας πτυχία, χωρίς συλλογικά επαγγελματικά δικαι­ώματα. Ούτε ο πρώην υπουργός Παιδείας Άρης Σπηλιωτόπουλος δεν τα στήριξε, λέγοντας ότι «η ίδια η Ευρώπη έρχεται στα δικά μας, δηλαδή στην τετραετή φοίτηση».

6 Τέλος, καμία ρητή αναφορά στο άσυλο δεν υπάρχει, κάνοντας την ακαδημαϊκή κοινό­τητα να μιλά για ουσιαστική κατάργησή του, ενώ προβλέπεται μόνο ότι «με τον οργανισμό κάθε ιδρύματος ορίζεται η διαδικασία διαφύλα­ξης της ακαδημαϊκής ελευθερίας». Βεβαίως η κατάργηση του ασύλου δεν φαίνεται να συνα­ντά μεγάλες αντιδράσεις, πλην της Αριστεράς και μερίδας διδασκόντων και φοιτητών.

 

ΠΗΓΗ

 

 

Write a comment

Comments: 0