Μάνατζερ και καταναλωτές: Το νέο όραμα για την ανώτατη εκπαίδευση (epohi.gr)

Του
Νικόλα Σεβαστάκη

Hδη έχουν γραφτεί πολλά –και στην Εποχή- για το προσχέδιο νόμου, το οποίο στοχεύει, όπως λένε οι εμπνευστές του, στη «ριζική μεταρρύθμιση» του χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης. Αλλά η αίσθηση που έχουμε οι περισσότεροι, και όχι μόνο όσοι από εμάς θητεύουμε στα πανεπιστήμια, είναι ότι η κοινή γνώμη αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη καχυποψία τις κριτικές αντιστάσεις των πανεπιστημιακών. Πολύ περισσότερο βλέπει με μισό μάτι τις αντιρρήσεις που προέρχονται από τις σημερινές διοικήσεις των Ιδρυμάτων. Στη συγκεκριμένη περίσταση, η κυβέρνηση και ένα μεγάλο μέρος των ΜΜΕ καλλιεργεί την ιδέα της αντίδρασης των προνομιούχων. Οι πανεπιστημιακοί καθηγητές παρουσιάζονται ως η ενιαία παράταξη μιας ακόμα αντιπαραγωγικής ΔΕΚΟ, μια ελίτ η οποία απειλείται από το άνοιγμα των πανεπιστημίων στους κανόνες του ανταγωνισμού, της παραγωγικότητας, του διαρκούς «ποσοτικού» και «ποιοτικού» ελέγχου.

Και η μέχρι τώρα ανύπαρκτη έως υποτονική αντίδραση των φοιτητών στις καταστάσεις που ήδη διαμορφώνονται – πριν δηλαδή την τελική ψήφιση του νέου νόμου- ενδέχεται να ερμηνευτεί ως ένα είδος σιωπηλής συγκατάθεσης ή ανοχής στις συγκεκριμένες ανατροπές. Το θεώρημα ΔΕΚΟ χρησιμοποιεί άλλωστε το ίδιο βασικό σχήμα, ανεξαρτήτως από το ποιο είναι το αντικείμενο εφαρμογής του: από τη μια τοποθετείται η εκάστοτε οργανωμένη συντεχνία και από την άλλη, ο πραγματικός χρήστης/ πελάτης της υπηρεσίας, ο άμοιρος και πάντα απροστάτευτος καταναλωτής. Έτσι λοιπόν και ο μέσος φοιτητής, ως χρήστης εκπαιδευτικών υπηρεσιών, καλείται να κλείσει τα αυτιά σε όλα όσα λένε τα «κατεστημένα που θίγονται», οι κατά τον πρωθυπουργό «βολεμένοι».
Πρέπει να παραδεχτούμε ότι ένα τέτοιο σχήμα προσέγγισης στην πραγματικότητα διατηρεί ή αυξάνει την κοινωνική του επιρροή. Παρά το ότι καταρρέει η αξιοπιστία και η όποια νομιμοποίηση του μνημονιακού δρόμου και της κυβέρνησής του. Παρά το γεγονός, επίσης, ότι οι πολιτικές τού σοκ στη βάση της λιτότητας και της «δημοσιονομικής εξυγίανσης» δεν πείθουν την πλειονότητα.
Καλούμαστε να απαντήσουμε στο εξής ερώτημα: γιατί η απονομιμοποίηση ενός μέρους της νεοφιλελεύθερης «μεταρρυθμιστικής ατζέντας» συμβαδίζει με κοινωνική συγκατάθεση σε άλλες πλευρές της ίδιας φιλοσοφίας; Να σκεφτούμε, δηλαδή, πιο σοβαρά τον τρόπο με τον οποίο η αμφισβήτηση των Μνημονίων ταυτίζεται συχνά με την αντίθεση στις επιμέρους συνέπειες που έχουν τα Μνημόνια για το εισόδημα (και την κατανομή των υλικών πόρων) παρά στα καίρια θεσμικά και πολιτικά προβλήματα της μνημονιακής διακυβέρνησης.

Ως ένα σημείο αυτό είναι εύλογο. Είναι θέμα βιοτικών προτεραιοτήτων, ζήτημα κοινωνικής αναπαραγωγής των όρων για μια αξιοπρεπή ζωή. Το θεμελιώδες πρόβλημα της ανεργίας ή της συρρίκνωσης των οικογενειακών προϋπολογισμών αποκτά λογική και πρακτική προτεραιότητα.
Η ανώτατη εκπαίδευση, η οργάνωση των σπουδών ή οι μορφές διοίκησης, φαντάζουν ως προβλήματα ειδικών στάτους. Ακόμα και αν οι “σπουδές του παιδιού” απορροφούν ένα μεγάλο τμήμα των οικογενειακών προϋπολογισμών, η ίδια η μορφωτική διαδικασία δεν διατηρεί τη σημασία και το συμβολικό βάρος που είχε κάποτε. Και αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για θέματα ‘πολυτελείας’ όπως το άσυλο, η ακαδημαϊκή ελευθερία, η οργάνωση των προγραμμάτων σπουδών, πόσο μάλλον οι αρμοδιότητες του κοσμήτορα ή του πρύτανη.
Θέλω όμως να επισημάνω εδώ μια άλλη διάσταση που συχνά απουσιάζει από τη συζήτηση. Αν όπως υποστήριξα πιο πάνω, σημαντικό μέρος της νεοφιλελεύθερης φιλοσοφίας παραμένει ακλόνητο ή και ενισχύει την απήχησή του – με δεδομένη την έλλειψης εμπιστοσύνης στις οικονομικές πολιτικές του Μνημονίου- αυτό έχει και μια άλλη αιτία. Δεν οφείλεται απλώς στο ότι μεγεθύνονται ή απολυτοποιούνται σκοπίμως διάχυτες παθολογικές καταστάσεις του υφιστάμενου μοντέλου, φαινόμενα de facto ιδιωτικοποίησης και διαφθοράς, τα οποία έχουν κηλιδώσει το δημόσιο πανεπιστήμιο και τους λειτουργούς του. Μερίδιο ευθύνης έχει και εκείνη η μηχανιστική συνδικαλιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ο νεοφιλελευθερισμός είναι απλώς τα δίδακτρα, η εντατικοποίηση των σπουδών ή οι πλέον εμφανείς σχέσεις μεταξύ πανεπιστημίων και ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων. Προφανώς όλα αυτά αποτελούν στοιχεία της συνολικής μεταβολής που θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε «αγοραιοποίηση» των σπουδών. Αλλά και σε αυτό το πεδίο, όπως και σε άλλα, η ουσία της επιχειρούμενης παρέμβασης είναι κυρίως θεσμική και ιδεολογική. Ο πυρήνας του προσχεδίου νόμου για την ανώτατη εκπαίδευση δεν είναι η εκ του πλαγίου εισαγωγή της κερδοσκοπίας στα ΑΕΙ, αλλά η ολοκληρωτική υιοθέτηση του προτύπου της επιχείρησης ως του μοναδικού ορθολογικού υποδείγματος για την οργάνωση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Κατά τη γνώμη μου, ο στόχος των προτεινόμενων ανατροπών δεν είναι ένα πανεπιστήμιο στην «υπηρεσία της αγοράς», αλλά η κατασκευή του πανεπιστημίου-επιχείρησης, του πανεπιστημίου ως μιας νέας εταιρικής υπεργραφειοκρατίας.

Η καρδιά του σημερινού μετασχηματισμού δεν πρέπει έτσι να αναζητείται στο κεφάλαιο πολιτικές της λιτότητας ούτε καν στη λογική της αποδέσμευσης του κράτους από τις υποχρεώσεις του, αλλά στην κατά πολλούς εύλογη, αν όχι και αυτονόητη, ρητορική της αξιολόγησης, της λογοδοσίας και του ελέγχου. Αυτή η γλώσσα, επειδή ακριβώς μιμείται τη δημοκρατική ρητορική του κοινωνικά υπεύθυνου και ανοιχτού θεσμού, αποτελεί και την πεμπτουσία της φιλοσοφίας του προσχεδίου. Κάτω από τον φιλικό προς τον χρήστη λεξιλόγιο του νέου μάνατζμεντ επανέρχεται το σχέδιο για ένα πολιτικά ελεγχόμενο πανεπιστήμιο. Και αυτό δεν γίνεται κατανοητό όσο η προσέγγιση στις νεοφιλελεύθερες τομές παραμένει δέσμια του οικονομισμού.

 

ΠΗΓΗ

 

 

Write a comment

Comments: 0