Νομοθετώντας παρά το Σύνταγμα (rednotebook.gr)

Μπροστά στη σπουδή για την κατά το δυνατόν άμεση εφαρμογή του νόμου, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας θεωρεί αμελητέα την αντίθεση των επιλογών με τη συνταγματική νομιμότητα...

Του Κώστα Σταμάτη

Καθώς είναι γνωστό, στη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 22 του άρθ. 80 του νόμου Διαμαντοπούλου προστίθεται τροπολογία, σύμφωνα με την οποία, κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου και μέχρι την έκδοση του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού του Ιδρύματος, όλα τα ζητήματα που αφορούν στην εν γένει εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη των συλλογικών οργάνων του Ιδρύματος θα ρυθμίζονται με απόφαση του/της Υπουργού Παιδείας, Διά βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Η ρύθμιση αυτή προεκτείνει και διευρύνει τα μάλα τη ρύθμιση του νόμου στο άρθρο 8 παρ. 4, όπου προβλέπεται ότι για την εκλογή εσωτερικών μελών του Συμβουλίου του ΑΕΙ θα ισχύει "σύστημα ταξινομικής ψήφου".

Έγκαιρα η Έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής επέστησε την προσοχή στο ότι η πρόβλεψη συστήματος ταξινομικής ψήφου στο νομοσχέδιο άφηνε εντελώς απροσδιόριστο το ακριβές περιεχόμενο αυτού του συστήματος. Επιπροσθέτως, τα θέματα εφαρμογής του συστήματος ταξινομικής ψήφου ανετίθεντο σε υπουργική απόφαση, η οποία θα έπρεπε να εκδοθεί εφάπαξ μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του νόμου. Δηλαδή σε αυστηρώς προκαθορισμένη προθεσμία, μη ενδεικτική.

Το ορθό θα ήταν, αντιθέτως, ο νομοθέτης του ν. 4009 να είχε περιγράψει με μεγαλύτερη σαφήνεια το νέο εκλογικό σύστημα, ως προς τη μετατροπή των ψήφων σε έδρες του Συμβουλίου, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές και στα ουσιώδη του νέου συστήματος. Τούτο, όμως, καθόλου δεν συνέβη. Η σοβαρή αυτή έλλειψη θα ήταν δυνατόν να καλυφθεί μονάχα με πρόβλεψη του νόμου για έκδοση προσεχώς συναφούς Προεδρικού Διατάγματος. Παρά ταύτα, ο νόμος 4009 για όλα αυτά επαφέθηκε σε απλή υπουργική απόφαση. Επομένως η νομοθετική εξουσιοδότηση που δόθηκε με τη ρύθμιση του νόμου, ώστε όλα τα συναφή ζητήματα να ρυθμιστούν το πρώτον και εξ αρχής με υπουργική απόφαση, είναι αντίθετη προς το άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄του Συντάγματος. Βάσει της τελευταίας συνάγεται ότι με υπουργική απόφαση μπορούν να ρυθμίζονται μόνο θέματα ειδικότερα, με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. Όχι θέματα ουσιώδη και κρίσιμα για το εκάστοτε ρυθμιστέο ζήτημα.

Η συγκεκριμένη νομοθετική επιλογή προδίδει εμφανώς την αλόγιστη σπουδή της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου για κατά το δυνατόν άμεση εφαρμογή του νόμου, ακόμη και με κόστος οι συναφείς ρυθμίσεις να αντιβαίνουν στη συνταγματική διάταξη ως προς τη δέουσα εξειδίκευση του νέου συστήματος εκλογής.

Η εν λόγω παραβίαση της συνταγματικής νομιμότητας καθίσταται ακόμη επαχθέστερη, διότι ο νόμος αυτός επαφίεται σε υπουργική απόφαση τη ρύθμιση αδιευκρίνιστων κρίσιμων θεμάτων, δηλαδή σε (αθέμιτη) παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας για εκλογικές διαδικασίες εντός των "πλήρως αυτοδιοικούμενων" ΑΕΙ της χώρας. Με επίπτωση η συναφής πρόβλεψη του νόμου να προσκρούει και στο άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος.

Ως εκ τούτου, η προτεινόμενη τροποποίηση του προσφάτως ψηφισθέντος νόμου αναδιπλασιάζει μία αρχική ρυθμιστική ατέλεια στον ίδιο το νόμο. Τούτο χρεώνεται εξ ολοκλήρου στο ακατανόητο πείσμα της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου η εφαρμογή του νόμου να γίνει πάση θυσία, ακόμη και με ρυθμίσεις, κανονικές ή μεταβατικές, που αντιβαίνουν στο Σύνταγμα.

Με άλλα λόγια, η συνολική εκτροπή κεντρικών ρυθμίσεων του νόμου από τη συνταγματική νομιμότητα βαθαίνει έτσι ακόμη περισσότερο με την αυθαίρετη παρεμβατική τακτική της κυρίας Υπουργού. Ορθότερο θα ήταν η υπό κρίση τροπολογία να προέβλεπε ότι τα συναφή θέματα θα ρυθμιστούν βάσει Προεδρικού Διατάγματος. Αλλά η έκδοση τέτοιου Προεδρικού Διατάγματος θα απαιτούσε πολύ περισσότερο χρόνο από τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα που ο νόμος 4009 έχει διαλάβει.

Προφανώς η κυρία Υπουργός διαβλέπει ότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με δημόσια ομολογία ότι το νομοθέτημά της είναι αφεαυτού νομοτεχνικά ελαττωματικό. Τούτο θα σήμαινε επίσης μία συμβολική ήττα των πολιτικών δυνάμεων που  συνέπραξαν θορυβωδώς στην υπερψήφιση του νόμου, υπό τις ευλογίες των κυρίαρχων ΜΜΕ και εκδοτικών συγκροτημάτων. Εξίσου φανερό είναι ότι η κυρία Υπουργός προτιμά άμεσες λύσεις, καίτοι αμφίβολης νομιμότητας, υπό τον φόβο πιθανών ανεξέλεγκτων εξελίξεων στην ελληνική οικονομία, με πρόωρες πολιτικές εκλογές. Διότι κάτι τέτοιο θα κινδύνευε να οδηγήσει σε πρακτική αχρησία το ακατάστατο νομοθέτημα, που με τόση επιπολαιότητα και οίηση θέλησε να επιβάλει στην ελληνική πανεπιστημιακή κοινότητα.

Όποιος σπέρνει ανέμους θερίζει θύελλες. Ή αλλιώς, το γινάτι βγάζει μάτι...

 

ΠΗΓΗ

 

 

Write a comment

Comments: 0