Tue

24

Dec

2013

Τα γκρίζα σημεία των (μη)υποσχέσεων του Υπουργείου Παιδείας για τα Πανεπιστήμια (aristerovima.gr)

Τις τελευταίες εβδομάδες το Υπουργείο Παιδείας έχει ανοίξει μια συζήτηση με εκπροσώπους των Πανεπιστημίων σε σχέση με μια πιθανή έξοδο από την κρίση που έχει προκύψει με τη διαδικασία διαθεσιμότητας και κινητικότητας. Προσπαθεί να δώσει την εικόνα ότι εργάζεται για κάποιου τύπου λύση που θα εξασφαλίσει τη λειτουργία των πανεπιστημίων. Παρότι μεγάλο μέρος αυτής της συζήτησης δεν έχει γίνει, αν και θα όφειλε, με την αναγκαία δημοσιότητα, εντούτοις τα πιο βασικά σημεία είναι γνωστά. Επομένως, μπορούμε και τα κρίνουμε...

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να υπογραμμίσουμε είναι ότι παρότι η κυβέρνηση προσπαθούσε να δώσει μια εικόνα ανυποχώρητης αδιαλλαξίας, συνοδευόμενη από την απόπειρα ποινικοποίησης της συνδικαλιστικής δράσης, εντούτοις, υπό το βάρος της απεργίας των διοικητικών υπαλλήλων, αναγκάστηκε στο τέλος Νοέμβρη να προσέλθει σε διάλογο. Αυτό σπάει το μύθο ότι αγώνες δεν φέρνουν αποτελέσματα και είναι καταδικασμένοι να ηττηθούν. Εάν μια κινητοποίηση είναι μαζική και έχει πραγματική διάρκεια, τότε μπορούν και να ανοίξουν ρήγματα. Να το πούμε πολύ απλά: με απλές 24ωρες ή ακόμη και 5ήμερες χωρίς συνέχεια, λίγα μπορούν να γίνουν. Όταν έχει απεργία για πάνω από 10 εβδομάδες, το Υπουργείο αναγκάζεται να συζητήσει.

Ωστόσο, το Υπουργείο έρχεται σε αυτό το διάλογο με συγκεκριμένα όρια και δεσμεύσεις. Η βασική του προσπάθεια είναι να διατηρήσει την ΚΥΑ και να τηρήσει τη δέσμευση για κινητικότητες και δυνητικά απολύσεις. Γι’ αυτό και επίμονα αρνήθηκε την απόσυρση της ΚΥΑ. Το μόνο που έκανε ήταν να δηλώσει ότι ο τελικός αριθμός είναι 1165 (με βάση εκ νέου υπολογισμό των ανθρωποθυσιών που έγινε με την Τρόικα) και όχι 1349 που περιλαμβάνει η εν ισχύ ακόμη ΚΥΑ. Για την ακρίβεια, απλώς δεσμεύτηκε ότι η τελική διαπιστωτική πράξη θα περιλαμβάνει 1165 και έτσι θα διορθώσει τον αριθμό.

Ως προς την απόσυρση της απαράδεκτης πειθαρχικής διαδικασίας ενάντια σε όσες και όσους με αξιοπρέπεια αρνήθηκαν να «απογραφούν», το Υπουργείο ουσιαστικά δεσμεύτηκε ότι αφού με το άνοιγμα των Ιδρυμάτων θα φύγουν τα σχετικά στοιχεία από τους υπηρεσιακούς φακέλους, τότε δεν θα υπάρχει το έδαφος για πειθαρχική μεταχείριση, ενώ απέσυρε και την πρόταση για αρνητική μοριοδότηση. Ωστόσο, δεν έχει δεσμευτεί ότι θα καταργήσει την απαράδεκτη τροπολογία που έκανε – για όλο το δημόσιο – τη μη απογραφή πειθαρχικό αδίκημα, ή ότι θα κάνει κάτι για να καταστεί άκυρη η απαράδεκτη απόφασή του να ξεκινήσει πειθαρχική διαδικασία εναντίον όσων δεν απογράφηκαν.

Ως προς τον πυρήνα της ρύθμισης, το Υπουργείο προσπάθησε να κρατήσει την ΚΥΑ ανέπαφη και να απαντήσει στα προβλήματα υποσχόμενο μια διαδικασία που στο τέλος, μέσω κινητικότητας, θα εξασφάλιζε την παραμονή στην εργασία του συνόλου των υπό διαθεσιμότητα υπαλλήλων. Πώς, όμως, υπόσχεται ότι θα το κάνει αυτό;

Αυτό περνάει μέσα από μια σειρά από βήματα. Το πρώτο βήμα είναι να μετακινηθούν σε θέσεις ΕΔΙΠ και ΕΤΕΠ που δεσμεύεται ότι θα προκηρύξει ένας σημαντικός αριθμός υπαλλήλων των πανεπιστημίων με υψηλά προσόντα. Αυτό θα απελευθέρωνε τον αριθμό των θέσεων που καταλάμβαναν, δίνοντας τη δυνατότητα να δημιουργηθούν ισάριθμες κενές θέσεις διοικητικών υπαλλήλων, επιπλέον των θέσεων κινητικότητας που υπάρχουν. Τις θέσεις αυτές θα μπορούσαν να καταλάβουν οι τωρινοί διαθέσιμοι (θυμίζουμε ότι το Υπουργείο είχε μιλήσει αρχικά μόνο για 646 θέσεις κινητικότητας, άρα οι υπόλοιποι θα οδηγούνταν σε απόλυση).

Τώρα αυτό το σχήμα έχει ορισμένα σοβαρά ενδεχόμενα εμπλοκής.

Πρώτον, η μετακίνηση σε θέση ΕΔΙΠ και ΕΤΕΠ, προϋποθέτει ότι αυτές θα προκηρυχτούν και ότι θα υπάρξει ειδική νομοθετική ρύθμιση που θα επιτρέπει η κρίση να γίνει με κλειστή διαδικασία για ήδη υπηρετούντες και όχι με ανοιχτή προκήρυξη και κρίση, όπως είναι η φιλοσοφία του νόμου. Το Υπουργείο έχει δεσμευτεί ότι θα προκηρύξει τους αριθμούς που θα υποδείξουν τα ιδρύματα και ότι θα φέρει σχετική νομοθετική ρύθμιση, οπότε ας αναμένουμε να δούμε τι θα περιλαμβάνει αυτή.

Δεύτερον, η μετατροπή του αριθμού των θέσεων που θα απελευθερώσουν όσοι εργαζόμενοι θα μετακινηθούν σε θέσεις ΕΔΙΠ και ΕΤΕΠ, προϋποθέτει ότι τα ιδρύματα περιλαμβάνουν αυτές τις νέες θέσεις στους υπό διαμόρφωση οργανισμούς τους, για να έρθει το Υπουργείο να τις προσθέσει στον αριθμό θέσεων κινητικότητας που ούτως ή άλλως έχει εξαγγείλει. Εδώ προκύπτει το εξής ζήτημα: ακόμη και εάν ισχύει η ποσοτική παράμετρος, πώς θα μπορέσουν τα Ιδρύματα να διεκδικήσουν θέσεις, με περιγραφές θέσεων συναφείς προς αυτές που κατείχαν οι υπάλληλοι που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα ακριβώς επειδή θεωρήθηκαν ότι ήταν υπεράριθμοί. Ουσιαστικά, οι ίδιοι που κρίθηκαν υπεράριθμοι σε πρώτο χρόνο, σε δεύτερο χρόνο θα κριθούν αναγκαίοι Επιπλέον, ποιος εγγυάται ότι τα συναρμόδια Υπουργεία δεν θα θεωρήσουν ότι αυτές είναι νέες θέσεις που εντάσσονται στη γενική πολιτική προσλήψεων και όχι θέσεις για διαθεσιμότητα; Και τι θα γίνει με την περιβόητη αξιολόγηση και τους «δείκτες» με τους οποίους βγήκαν οι ελλείψεις και τα πλεονάσματα υπαλλήλων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά και τα «συμπεράσματα» στα οποία κατέληγαν, δηλαδή την ανάγκη μεγάλων μετακινήσεων σε άλλα ιδρύματα; Το μόνο που έχει πει είναι ότι πρώτα θα γίνει η ενδοϊδρυματική κινητικότητα (υπάλληλοι σε θέσεις ΕΔΙΠ/ΕΤΕΠ και διοικητικοί στις νέες κενές θέσεις) και τα μετά η δια-ιδρυματική. Οι αναλογίες μένουν να προσδιοριστούν.

Τρίτον, η όλη διαδικασία εξαρτάται από τους νέους οργανισμούς των πανεπιστημίων. Εδώ υπάρχει ένα ιδιότυπος θεσμικός εκβιασμός των πανεπιστημίων να αποδεχτούν τη διαδικασία διαμόρφωσης των νέων οργανισμών και κανονισμών. Θυμίζω ότι από σημαντικά κομμάτια της πανεπιστημιακής κοινότητας αλλά και τους φοιτητικούς συλλόγους υπάρχει μεγάλη αντίδραση στους νέους κανονισμούς, που περιλαμβάνουν την πλήρη και αυταρχική εφαρμογή του νέου πλαισίου, εμπεδώνουν τη φιλοσοφία της διακήρυξης της Μπολόνια, ρητά αναφέρονται σε διαφορετικούς κύκλους σπουδών κ.λπ. Βέβαια, το ίδιο το Υπουργείο σε διάφορες από τις σχετικές συζητήσεις αναφέρεται σε «προσχέδια» και «ολοκλήρωση προσχεδίου οργανισμού». Παρ’ όλα αυτά αναρωτιέται κανείς πώς θα προκηρυχτούν θέσεις για διαθεσιμότητα πάνω σε προσχέδια οργανισμών;

Τέταρτο, παρότι επισήμως αποσιωπάται, μία από τις αφετηρίες της όλης διαδικασίας ήταν ότι με κάποιο τρόπο οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα και τους οποίους το Υπουργείο υπόσχεται ότι τελικά θα μείνουν στα ιδρύματα, όλο αυτό το ενδιάμεσο διάστημα θα συνεχίσουν να εργάζονται – γιατί, όπως παραδέχεται και το ίδιο το Υπουργείο, χωρίς αυτούς θα καταρρεύσει η λειτουργία των πανεπιστημίων –, ενώ τα ίδια τα ιδρύματα, προφανώς μέσα από πόρους των Ειδικών Λογαριασμών Έρευνας θα καλύπτουν τη μισθολογική μείωση 25% που επιφέρει η διαθεσιμότητα. Εδώ υπάρχουν σοβαρά ζητήματα και τυπικής νομιμότητας αλλά και ηθικής τάξης: πώς μπορεί να υποχρεωθεί κάποιος να εργαστεί σε μια δημόσια υπηρεσία, το προϊστάμενο Υπουργείο της οποίας τον έθεσε σε διαθεσιμότητα, να προσφέρει δηλ. εθελοντικά εργασία έναντι μιας υπόσχεσης που θα μένει να τηρηθεί, ακόμη και εάν ξεπεραστούν τα τυπικά ζητήματα που αφορούν την ανάθεση έργου για να δικαιολογείται η αμοιβή με πόρους των πανεπιστημίων (θυμίζουμε εδώ ότι τα πανεπιστήμια υπόκεινται σε αυστηρούς κανόνες διαχείρισης και ακόμη και εάν το ήθελε ο Υπουργός δεν μπορούν απλώς να ανοίγουν ένα συρτάρι και να βγάζουν χρήματα για να πληρώνουν).

Πέμπτο, σε όλα αυτά υπάρχει μια σοβαρή παράμετρος χρόνου και εγγυήσεων. Ιδίως η Ανώτατη Εκπαίδευση, που για παράδειγμα βλέπει να χρειάζονται πάνω από 3,5 χρόνια για να διοριστεί ένα εκλεγμένο μέλος ΔΕΠ, έχει πικρή πείρα από μεγάλες καθυστερήσεις στην υλοποίηση αποφάσεων που αφορούν προσλήψεις και διορισμούς. Ουσιαστικά, το Υπουργείο υπόσχεται ότι μέσα σε λίγους μήνες θα έχουν ολοκληρωθεί εκατοντάδες προκηρύξεις και κρίσεις ΕΔΙΠ και ΕΤΕΠ, θα έχουν ολοκληρωθεί έστω τελικά προσχέδια οργανισμών και θα έχουν ολοκληρωθεί δύο μεγάλα κύματα κινητικότητας. Και όλα αυτά σε διαδικασίες που απαιτούν νομοθετικές ρυθμίσεις (σε μια περίοδο που τα πανεπιστήμια έμειναν χωρίς έκτακτο προσωπικό επειδή το Υπουργείο καθυστερεί επίμονα την έκδοση μιας απλής Υπουργικής Απόφασης!), αλλά και τη συναίνεση άλλων Υπουργείων (ιδίως του υπεύθυνου για την πολιτική διορισμών Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης) και του μηχανισμού της Τρόικας που κατεξοχήν πιέζει για πραγματικό αριθμό απολύσεων και όχι απλώς «κινητικότητα».

Επιπλέον, τα πανεπιστήμια και οι απεργοί καλούνται να δεχτούν όλες αυτές τις υποσχέσεις σε επίπεδο άτυπων δεσμεύσεων και nonpaper και όχι δημόσια ανακοινωμένων συμφωνιών και σαφών θεσμικών δεσμεύσεων και πολιτικών εγγυήσεων, σε επίπεδο κυβέρνησης και όχι απλώς ενός Υπουργού που προσπαθεί, σε τελική ανάλυση, να διασώσει και την πολιτική του εικόνα.

Όλα αυτά δικαιώνουν και την αξία που είχε εξαρχής το αίτημα της απόσυρσης της ΚΥΑ. Άλλωστε, φάνηκε ότι εάν ο αγώνας των πανεπιστημίων είχε μπορέσει να συναντηθεί με μια άλλη κατάσταση κοινωνικού και πολιτικού ξεσηκωμού, τότε δεν θα μιλούσαμε για ρήγματα και διαπραγμάτευση αλλά για μια δυναμική ανατροπής και της ΚΥΑ και της κυβερνητικής πολιτικής συνολικότερα. Άλλωστε, ακόμη και εάν δεχτούμε κατά γράμμα τις «υποσχέσεις» του Υπουργείου και όντως στο τέλος κανείς δεν απολυθεί (κάτι που εξακολουθεί να μην είναι δεδομένο), τα πανεπιστήμια θα έχουν πληρώσει ένα τεράστιο κόστος από μια σύγκρουση και μια κρίση για την οποία μόνο η κυβέρνηση είναι υπεύθυνη.

Με βάση τα παραπάνω, οι προτάσεις, «υποσχέσεις» και «συμφωνίες» του Υπουργείου Παιδείας απέχουν σημαντικά από το να αποτελούν όντως «οδικό χάρτη» προς την έξοδο από την κρίση. Αποτελούν πρώτες υποχωρήσεις που απαιτούν άλλης κλίμακας δεσμεύσεις για να αποτελέσουν όντως συμφωνία. Με αυτή έννοια όντως έχουν δίκιο οι εργαζόμενοι εκείνοι – για παράδειγμα οι συνελεύσεις των απεργών του ΕΚΠΑ αλλά και άλλοι σύλλογοι διοικητικών υπαλλήλων – που επέμειναν να θεωρούν ότι απαιτείται ακόμη μεγαλύτερη πίεση προς την κυβέρνηση και συνέχιση των κινητοποιήσεων μέχρις ότου δοθούν συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Αντίστοιχα, καταδεικνύεται ότι ήταν λανθασμένη η επιλογή ορισμένων διοικήσεων ιδρυμάτων αλλά και τμήματος του συνδικαλιστικού κινήματος να αποδεχτούν τις προτάσεις του Υπουργείου και αναστέλλοντας τις κινητοποιήσεις να μειώσουν την αθροιστική διαπραγματευτική ισχύ του αγώνα. Αντίθετα, εάν οι κινητοποιήσεις συνεχίζονταν με την ίδια αποφασιστικότητα, τότε θα μπορούσαν να υπάρχουν πολύ περισσότερες και πολύ πιο συγκεκριμένες δεσμεύσεις και εγγυήσεις.

Αυτό σημαίνει ότι και σήμερα εάν δεν υπάρξει στοιχειωδώς ένα κοινό κέντρο αγώνα, που να μπορέσει να χειριστεί την εκ των πραγμάτων συνεχιζόμενη σύγκρουση και διαπραγμάτευση με το Υπουργείο και την κυβέρνηση, είναι πιθανό να μην τηρηθούν ούτε καν τα ήδη συμπεφωνημένα. Η αποδοχή «τοις μετρητοίς» υποσχέσεων χωρίς δεσμεύσεις, η λογική του κατακερματισμού, ο πειρασμός της λογικής «το δικό μου ίδρυμα θα τα καταφέρει, όπως έκανε και στο παρελθόν», ο συντονισμός με την πίεση των διοικήσεων να δείξουν «ανοιχτά πανεπιστήμια» και «καλό πρόσωπο» προς την κυβέρνηση, δεν θα αποτελέσουν τους καλύτερους συμβούλους απέναντι σε μια κυβέρνηση που – ας μην το ξεχνάμε – πλάι στο «διάλογο» Αρβανιτόπουλου ( και όχι με όλους, βλ. άρνηση να συνομιλήσει με τους απεργούς του ΕΚΠΑ) έχει ενεργή και μια τεράστια επιχείρηση στοχοποίησης και ποινικοποίησης των απεργών.

Σε τελική ανάλυση, εάν φτάσαμε να συζητάμε για τυχόν διέξοδο ή για υποχωρήσεις και δεσμεύσεις είναι επειδή υπήρξε ένας ηρωικός και σκληρός απεργιακός αγώνας. Οι απεργίες, οι κινητοποιήσεις, η αγωνιστική επιμονή φέρνουν τους υπουργούς στο «τραπέζι του διαλόγου», όχι η καλή θέληση.

 


ΠΗΓΗ

Write a comment

Comments: 0